close
banner
ΕΚΤΟΣ ΟΡΙΩΝ & ΟΡΙΣΜΩΝ

ΕΚΤΟΣ ΦΟΒΩΝ & ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΩΝ

ΕΚΤΟΣ ΣΥΝΟΡΩΝ & ΣΥΝΗΘΕΙΩΝ

ΕΚΤΟΣ ΤΟΠΟΥ & ΧΡΟΝΟΥ

ΕΚΤΟΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ
Outer

Outer Limits of Mankind

Banner
ΕΚΤΟΣ ΟΡΙΩΝ & ΟΡΙΣΜΩΝ
ΕΚΤΟΣ ΦΟΒΩΝ & ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΩΝ
ΕΚΤΟΣ ΣΥΝΟΡΩΝ & ΣΥΝΗΘΕΙΩΝ
ΕΚΤΟΣ ΤΟΠΟΥ & ΧΡΟΝΟΥ
ΕΚΤΟΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ
Banner
Banner
Banner

antidogma

Follow us

facebook_logo
twitter_logo
Παγιδευμένη Αιωνιότητα
Written by Δημήτρης Αργασταράς   

image003Η διαδικασία θα ήταν για άλλη μία φορά η ίδια. Τελειώνοντας τη βάρδιά μου, έπρεπε να συγυρίσω όλα τα αντικείμενα πάνω στο γραφείο, να κλείσω τα προγράμματα στον υπολογιστή και τελικά να συμπληρώσω το ειδικό έντυπο αναφοράς που θα παρέδιδα στον συνάδελφό μου. Ο Μπάμπης θα έφτανε όπως πάντα καθυστερημένος κατά πέντε λεπτά, θα μου έλεγε «Συγγνώμη Χάρη, είχε τρομερή κίνηση πάλι», και θα με άφηνε να περιμένω άλλα πέντε μέχρι να αφήσει τα πράγματά του, να πάρει μια ανάσα και να φτιάξει τον πρώτο του καφέ. Εν τω μεταξύ, θα έριχνα άλλη μια ματιά στην αναφορά της βάρδιάς μου, τίποτα το ιδιαίτερο δεν θα είχε συμβεί και τα περισσότερα κενά θα είχαν συμπληρωθεί τυπικά.

Όταν επιτέλους θα ήμουν ελεύθερος, θα κατέβαινα τρέχοντας τα σκαλοπάτια και στους τρεις ορόφους για να ξεμουδιάσω τα πόδια μου, αλλά ο ζεστός αέρας που με χτυπούσε στο πρόσωπο μόλις έφτανα στην πόρτα θα μου έκοβε πάλι τη φόρα. Τέτοια ώρα είχε συνήθως κίνηση στους δρόμους, με την ατμόσφαιρα να είναι αποπνικτική, φορτωμένη αέρια κι ενοχλητικούς θορύβους. Τα οικονομικά μου, όμως, δεν μου επέτρεπαν να πάρω κάποιο από τα ιπτάμενα λεωφορεία των αεροδιαδρόμων, κι έτσι θα προτιμούσα ένα επίγειο μέσο μεταφοράς για να με πάει μέχρι το εστιατόριο όπου δειπνούσα κι έπειτα στο σπίτι.

image005Κατά τις εννιά θα έγερνα πίσω στην πολυθρόνα μου, μ προστά στην κλειστή οθόνη τρισδιάστατης προσομοίωσης, και θα έπινα το τρίτο ποτήρι από ένα μπουκάλι λικέρ που είχε σχεδόν αδειάσει. Όμως, δεν θα ήταν ούτε το ποτό, ούτε το τηλεχειριστήριο που βρισκόταν πεσμένο στα πόδια μου, που θα έκανε την ζημιά. Θα την διέκρινα χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια στην άκρη της πόρτας, στην αρχή απλώς να στέκεται εκεί με τα λαμπερά της μάτια και να μου χαμογελά, κι έπειτα να με πλησιάζει κρατώντας τον δίσκο με τα κουλουράκια στα χέρια της.

«Είναι ώρα να βάλεις κάτι στο στόμα σου, Χαρούλη», θα άκουγα καθαρά την φωνή της και, παρόλο που θα ήμουν αρκετά κουρασμένος για να αντιδράσω, θα ένιωθα πάλι εκείνη την ζαλάδα και την αναγούλα στο στομάχι. Θεέ μου, τί απαίσια αίσθηση...

«Τί κάνεις εδώ, μητέρα ;»

«Μόλις τα έβγαλα από τον φούρνο, γλυκέ μου. Η Εριέττα δοκίμασε κιόλας...»

Μονάχα αυτές οι δύο κουβέντες, μόνο αυτά τα λόγια πριν βυθιστεί στην σιωπή, για τα οποία είχα πάψει πια να αναρωτιέμαι.

image007Μερικές φορές απλώς έγερνα μπροστά, παρατηρώντας την. Την είχα επιθυμήσει, είναι αλήθεια. Η ζεστή, φαρδιά φιγούρα της, οι σκοτεινές πτυχώσεις στο πάντα ίδιο λουλουδάτο φόρεμά της, κι εκείνο το πρόσωπο που έλαμπε και χαμογελούσε, μου απέπνεαν κάτι το ο ικείο και προστατευτικό, ένα συναίσθημα που είχα τόσο πολύ ανάγκη και που έκανε την αρχική, απόκοσμη αδιαθεσία μου να απομακρύνεται σταδιακά.

Άλλες φορές πάλι, της το έλεγα βαριεστημένα, προσπαθώντας κυρίως να το υπενθυμίσω στον ίδιο μου τον εαυτό.

«Τί κάνεις εδώ μητέρα ; Είσαι νεκρή, σε έχουμε θάψει τόσα χρόνια πριν...»

Μα εκείνη δεν μου απαντούσε. Φαίνεται πως δεν είχε τίποτα να μου πει πάνω σε αυτό. Κι έτσι μου επιβεβαίωνε, για ακόμη μία φορά, πως δεν ήταν αληθινή, δεν ήταν καν το αληθινό φάντασμα της μητέρας μου, αλλά μια εξολοκλήρου δική μου επινόηση, μια νεκρή ανάμνηση που επέμενε να επιστρέφει κάθε τόσο, και δεν είχε τίποτα άλλο να μου πει.

image009Τότε σηκωνόμουν από την πολυθρόνα, προσπερνούσα όσο πιο αδιάφορα μπορούσα την τρεμάμενη μορφή της μητέρας μου - δεν εξαφανιζόταν ποτέ, αλλά παρέμενε εκεί, σε μια γωνιά στην άκρη του μυαλού μου - και περνούσα στον διάδρομο για το μπάνιο. Έκανα ντους, ξυριζόμουν κι έπλενα τα δόντια μου. Δεν τα χρειαζόμουν πραγματικά όλα αυτά, αλλά, καθώς θα επαναλάμβανα τις γνωστές, μηχανικές κινήσεις, θα πρόσ φερα στον εαυτό μου μια ευκαιρία για να χαλαρώσει και να αισθανθεί πως βρίσκεται σε γνώριμο περιβάλλον. Αυτός ήταν άλλωστε κι ο λόγος που προσπαθούσα να διατηρήσω το καθημερινό μου πρόγραμμα, να βαδίζω πάνω στις πεπατημένες, καθώς οποιαδήποτε παρέκκλιση μπορεί να μου φύλαγε απρόσμενες εκπλήξεις, να έβρισκα μπροστά μου πράγματα τελείως μπερδεμένα που δεν θα μπορούσαν με τίποτα να ταιριάξουν μεταξύ τους - τελικά, παρ' όλες τις προσπάθειές μου, ποτέ δεν τα κατάφερνα ακριβώς, κι είχα αρχίσει να πιστεύω πως έτσι είναι η φύση του πράγματος, να υπάρχουν πάντα εκπλήξεις.

Καθώς θα παρατηρούσα από τον καθρέπτη το νερό να γλιστράει στο πρόσωπό μου, θα αναρωτιόμουν πού θα ξυπνούσα την επόμενη μέρα. Τί μέρα θα ήταν και ποιά χρονιά. Στην πραγματικότητα, βέβαια, ο χρόνος δεν είχε καμία σημασία, και τα ίδια τα επεισόδια τα είχα ζήσει αμέτρητες φορές, ξανά και ξανά, σε μία αέναη και μη γραμ μική εναλλαγή των σκηνών τους, κι είχα αποδεχθεί πια πως δεν μπορούσα να κάνω τίποτα γι' αυτό. Έτσι, το μόνο που έκανα ήταν απλώς να στοιχηματίζω ποιό θα ακολουθούσε, σε ποιο θα σημείο θα επέλεγε να καθίσει η μπίλια του μυαλού μου την επόμενη φορά.

image001Αν είμαι τυχερός, βγαίνω σκυφτός από το μπάνιο και μπαίνω στο υπνοδωμάτιο χωρίς άλλες ενοχλήσεις. Όλο και πιο συχνά όμως, τώρα τελευταία, πιάνω μια άλλη μορφή με την άκρη του ματιού μου. Στέκεται στον παραστάτη της πόρτας, με τα χέρια σταυρωτά πάνω στο στήθος, και τα μαλλιά της χυμένα στους ώμους, που ακτινοβολούν κάτω από το αχνό φως. Εκείνη είναι χαρούμενη, αλλά εγώ δεν μπορώ να μοιραστώ το συναίσθημά της. Το στήθος μου σφίγγεται κι ένας κόμπος μου ανεβαίνει στον λαιμό. Ένα δάκρυ κυλά στο μάγουλό μου και χάνεται στον πορσελάνινο νιπτήρα.

[...]

Λίγα λεπτά αργότερα, πέφτω στο κρεβάτι σκεπτόμενος πότε επιτέλους θα ξαναμπεί ένα τέλος σε όλα αυτά, πότε θα είναι έτοιμοι για να με ξαναβγάλουν, να πάρω πάλι μια καινούρια ανάσα. Ο ύπνος όμως έρχεται πριν από την απάντηση, κι έτσι δεν με απαλλάσσει από την ανησυχία.

Δημήτρης Αργασταράς

(απόσπασμα από νουβέλα του συγγραφέα)

image011

 

The idea is

to die young...

...as late

as possible