| Η πτώση |
| Written by Γεωργία Τσιλιάνη | |||
|
"Μια φορά ο Τσουάνγκ Τσου ονειρεύτηκε πως ήταν πεταλούδα
και χαιρότανε πετώντας δώθε-κείθε.
Δεν ήξερε πως ήταν ο Τσουάνγκ Τσου.
Ξαφνικά ξύπνησε και αισθάνθηκε πως ήταν ο Τσουάνγκ Τσου.
Μετά, δεν ήξερε αν ήταν ο Τσουάνγκ Τσου που είχε ονειρευτεί πως ήταν πεταλούδα, ή αν ήταν πεταλούδα και ονειρευόταν πως είναι ο Τσουάνγκ Τσου."
[Τσουάνγκ Τσου, μετάφρ. Μ. Σεφεριάδη, 1989]
Στα μαλλιά του έχουν μπλεχτεί τα όνειρα κι οι προσδοκίες του και σέρνονται μαζί σαν άψυχα κουφάρια. Δεν έχει άλλωστε νόημα η ύπαρξή τους πια. Απομυθοποιήθηκαν το ίδιο εύκολα που μυθοποιήθηκαν. Τα γόνατά του είναι τόσο σκληρά από τα κεντήδια που κέντησαν οι συμβιβασμοί, που είναι αδύνατο να τα λυγίσει. Κι ένας σκοπός, ένα τραγούδι ακούγεται ξανά και ξανά, σαν παλιός δίσκος που κόλλησε η βελόνα και τον ακολουθεί, σχεδόν τον βασανίζει καιρό πριν τραβήξει την κουρτίνα... Δεν ήξερε από που έρχεται, ούτε μπορούσε να ξεχωρίσει τι λέει. Μόνο τώρα, καταμεσής της πτώσης του, τα λόγια γίνονται πιο ξεκάθαρα καθώς η ένταση ολοένα και κορυφώνεται... ..."You' re a frog, you' re a frog, you' re a frog some how"...
..."You' re a frog, you' re a frog, you' re a frog some how"... Τόσο φως δεν το άντεξε. Τα γυαλισμένα του παπούτσια, η γραβάτα η ακριβή, ο χαρτοφύλακας με τον συνδυασμό, το σπορ αυτοκίνητο, τα καθάρια βήματα του...γιατί;... ..."You' re a frog, you' re a frog, you' re a frog some how"...
..."You' re a frog, you' re a frog, you' re a frog some how!"...
..."You' re a frog, you' re a frog, you' re a frog some how!"...
..."You' re a frog, you' re a frog, you' re a frog some how!"...
Πέφτουν πάνω του και τον σπρώχνουν με μανία προς τα κάτω... ...
..."You' re a frog, you' re a frog, you' re a frog some how"...
Κι εκείνος ούρλιαξε, όσο δεν είχε ουρλιάξει ως τώρα. Και το ουρλιαχτό του αντήχησε ως τους ανείπωτους τόπους. ...
Κι οι φίλοι...
Κι οι φίλοι τρωκτικά...
Το σπίτι...
Το σπίτι χαρτόκουτο σε μια γωνιά απάγκια...
Κι εκείνη...
Κι εκείνη μια κεραμιδόγατα κανελί...
Κι η πόλη...
...κι η πόλη σκουπιδότοπος, χωματερή...
Κι η δουλειά...
...αποφάγια, ρούχα πεταμένα κι ακάθαρτο νερό...
...
Κι οι φίλοι...
Κι φίλοι μ' ερωτηματικά...
Το σπίτι...
Το σπίτι στριμωγμένο, ξένο...
Κι εκείνη...
Κι εκείνη ξένη πια...
Κι η πόλη...
Κι η πόλη φωτεινή, παράταιρα φιλόξενη...
Κι η δουλειά...
...δίχως δουλειά...
... Τίποτε δεν είναι όπως πριν. Τίποτε δεν είναι ίδιο. Όλα είναι ξεκάθαρα πια. Και μες στην τόση καθαρότητα προβληματίστηκε κι ακόμη αναρωτιέται... Ποιο ειναι τ' όνειρο και ποια η αλήθεια... Αν είναι αυτός που ονειρεύεται ή εκείνος που ζει μες στο όνειρο. ..."You' re a frog, you' re a frog, you' re a frog some how"... Τίποτε δεν είναι όπως πριν. Τίποτε δεν είναι ίδιο. Κι αυτά τα βατράχια πότε θα σταματήσουν; ..."You' re a frog, you' re a frog, you' re a frog some how"... Το όνειρο ειν' όνειρο και η αλήθεια, αλήθεια; Ή η αλήθεια ειν' όνειρο και τ' όνειρο αλήθεια... ..."You' re a frog, you' re a frog, you' re a frog some how!"... ... Μια ιδέα φως έρχεται μέσα απ' τις γρίλιες... Τραβά τις κουρτίνες και πέφτει στο κενό...
© Τσιλιάνη Γεωργία
|









Η ομίχλη έχει σκεπάσει τα μονοπάτια του. Μια ιδέα φως έρχεται μόνο μέσα απ' τις γρίλιες των οπτικών του. Αν δεν ουρλιάξει τις σκιές του δε θα λυτρωθεί ποτέ. Τραβά τις κουρτίνες που παραμορφώνουν τη θέα και πέφτει στο κενό. Έχει αφεθεί στην ελεύθερη πτώση του κι έχει καρφώσει τα μάτια στον παράδεισο που είχε χτίσει για τη λύτρωσή του. Χιλιάδες σταυροί ακολουθούν την πορεία του. Καρφιά του χαϊδεύουν τ' αφτιά πέφτοντας, κι αγκάθινα στεφάνια και μανδύες ακολουθούν την πτώση. Σιωπές και λυγμοί του τραυματίζουν τη σάρκα. Κομμάτια προσευχών, ψαλμών και πίστης, που θρυμματίστηκαν απ' το τράβηγμα της κουρτίνας, τον χαρακώνουν καθώς περνούν με ταχύτητα από δίπλα του, ενώ ταυτόχρονα λούζεται τα δεσμά που τόσα χρόνια έτρεφε, εκπαίδευε και κοίμιζε στον κόρφο του.
Δυο πουλιά κάθονται στις δυο παλάμες του και τσιμπούν το κέντρο τους αφήνοντας να τρέξει το θολό αίμα που τόσα χρόνια κυλούσε στις φλέβες του. Απ' την ταχύτητα της πτώσης τα μάτια του σπάζουν σαν καθρέφτες και ματώνουν τις θεωρήσεις του. Από τ' αφτιά του φεύγει ό,τι μπορεί να σωθεί στον κόσμο αυτό και παίρνει το δρόμο της επιστροφής. Στις πατούσες εμφανίζονται δυο τρύπες όπου μέσα τους μπορεί κανείς να διακρίνει τις διαδρομές, τους χάρτες και τις πυξίδες του. Στο κορμί του αρχίζουν να διαφαίνονται ορίζοντες χαραγμένοι με τα πιο ανεξίτηλα χρώματα, σαν περίτεχνο και σπάνιο τατουάζ.
Έχει αδειάσει... Μόνο ο αέρας σφυρίζει πέφτοντας. Φέρνει στη μνήμη του τα παράξενα πυροτεχνήματα, που θυμάται να πετάγονται μέσα στο πλήθος, και τα γέλια που ξεσπούσαν αμέσως μετά. Τα φώτα που τον είχαν θαμπώσει, το σπίτι, η πολιτεία, οι φίλοι, εκείνη, η δουλειά, χόρευαν στη μνήμη του, σειρήνες... Τι του έλειψε, τι ψάχνει... Όλα ήταν φωτεινά, πολύ φωτεινά... γιατί;...
Πυροτεχνήματα σφυρίζουν γύρω του καθώς πέφτει. Ολοένα τον πλησιάζουν. Τόσο κοντά του ποτέ δεν είχαν φτάσει. Κι εκείνα που φώναζαν, τώρα κράζουν.
...Και τον κοίταξε στα μάτια καθώς έκρωξε κι εκείνος κατάλαβε... Κατανόησε, με κάποιο τρόπο, τα πάντα. Όλα ήταν ολοφάνερα πια. Δεν ήταν πυροτεχνήματα αυτά που νόμιζε ως τώρα πως έβλεπε. Ήταν μικρά στόματα. Στόματα βατράχων που πετάγονταν σαν πυροτεχνήματα προσπαθώντας να ταράξουν την ουτοπία με τα κρωξίματά τους. Κι ό,τι λάμψη νόμιζε πως έβλεπε, δεν ήταν τίποτε άλλο από κατασκευάσματα του μυαλού του. Κι όλοι γελούσαν...γιατί;...
Είχε γουρλώσει τα μάτια του μπροστά στα δικά του και του 'κραζε "You' re a frog, you' re a frog, you' re a frog some how!"... σα να ήθελε να του κρώξει την αλήθεια στην ανάσα του...
Τίποτε δεν είναι όπως πριν. Τίποτε δεν είναι ίδιο. Όλα είναι ξεκάθαρα πια. Λασπόνερα, ακαθαρσίες και βούρκος υπήρχαν τώρα, εκεί όπου πριν καθάρια νόμιζε πως περπατούσαν τα βήματά του.
Τίποτε δεν είναι όπως πριν. Τίποτε δεν είναι ίδιο. Όλα είναι ξεκάθαρα πια. Δρόμοι, πλατείες, κτίρια επιβλητικά, η πολιτεία αλλιώτικα φωτισμένη.