close
banner
ΕΚΤΟΣ ΟΡΙΩΝ & ΟΡΙΣΜΩΝ

ΕΚΤΟΣ ΦΟΒΩΝ & ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΩΝ

ΕΚΤΟΣ ΣΥΝΟΡΩΝ & ΣΥΝΗΘΕΙΩΝ

ΕΚΤΟΣ ΤΟΠΟΥ & ΧΡΟΝΟΥ

ΕΚΤΟΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ
Outer
Στην αίθουσα αναμονής
Written by Δημήτρης Αργασταράς   
Το καθημερινό μου πρόγραμμα εκείνη την περίοδο καθοριζόταν αποκλειστικά από τις επισκέψεις μου στο γιατρό. Μόλις σηκωνόμουν το πρωί από το κρεβάτι, έπινα βιαστικά ένα φλιτζάνι καφέ και βρισκόμουν αμέσως στο δρόμο, κατευθυνόμενος προς τη στάση του λεωφορείου. Η διάθεσή μου ήταν φανερά βελτιωμένη. Η δροσιά του πρωινού, το αεράκι που φυσούσε ανάμεσα στα φύλλα των δένδρων στο πλάι του δρόμου και τα πρόσωπα των περιπατητών, είτε είχαν καθυστερήσει για την δουλειά τους, είτε βάδιζαν αργά χασομερώντας, ασκούσαν πάνω μου μία ανανεωτική επίδραση, τέτοια που, αν δεν προσπαθούσα να συγκρατήσω τον εαυτό μου, θα με έπιαναν τα γέλια και θα έφτανα στο σπίτι του γιατρού χοροπηδώντας πότε στο κράσπεδο του πεζοδρομίου και πότε στον δρόμο. Τόσο καλά αισθανόμουν με κάθε νέα μου επίσκεψη σε εκείνο το πολυτελές μέγαρο, όπου θα μου άνοιγαν την πόρτα με χαμόγελο, θα με έβαζαν να κάτσω σε περίοπτη θέση απέναντί τους και, τελικά, θα με συμβούλευαν με καλοσύνη ή -τί πιο απροσδόκητο !- θα ζητούσαν την δική μου συμβουλή σε κάτι.

iiioeiuithi-ifiith-ioeiifiiiithiziiui-iieiiith-300x199Το μόνο που μετρίαζε κάπως αυτήν μου την διάθεση ήταν η συνάντησή μου με τους άλλους ασθενείς του γιατρού. Γιατί, όπως σύντομα διαπίστωσα, δεν ήμουν ο μοναδικός που επισκεπτόταν το γιατρό στο προσωπικό του γραφείο, αλλά υπήρχε και μία συγκεκριμένη ομάδα ασθενών, γνώριμων προφανώς από παλιά, που ανά τακτά διαστήματα έρχονταν στο γιατρό και τότε, όλοι μαζί, στο μικρό χώρο αναμονής που υπήρχε για αυτόν τον σκοπό, καθόμασταν αναπαυτικά και περιμέναμε αντικριστά στους δύο μεγάλους κόκκινους καναπέδες και στα άλλα καθίσματα που υπήρχαν.

Αφού τους ξαναείδα δυο και τρεις φορές, χώρισα τους ασθενείς αυτούς σε δύο ομάδες. Εκείνους που ήταν ευπρεπείς και σοβαροί, που περίμεναν υπομονετικά τη σειρά τους χωρίς να ενοχλούν τους διπλανούς τους, κι είτε είχαν καρφωμένο το βλέμμα σ' ένα συγκεκριμένο σημείο και τον νου τους να πετάει αλλού, είτε ξεφύλλιζαν ένα περιοδικό, από τα πολλά που απλώνονταν πάνω στο τραπεζάκι, βαθιά προσηλωμένοι στις σελίδες του. Υπήρχαν όμως κι εκείνοι, της δεύτερης ομάδας, που ήταν φανερά εκκεντρικοί, που η εμφάνισή τους πρόδιδε αμέσως την πάθηση που κουβαλούσαν και η παρουσία τους μόνο απαρατήρητη δεν μπορούσε να περάσει. Τους πρώτους ομολογώ πως τους ντρεπόμουν λιγάκι, περιοριζόμουν στο να τους παρατηρώ σιωπηλός κι όποτε τύχαινε να συναντηθούν οι ματιές μας έστρεφα αλλού το βλέμμα. Τους δεύτερους, όμως, είτε τους έκανα πραγματικά χάζι διασκεδάζοντας μαζί τους, είτε τους αποστρεφόμουν και φρόντιζα να κάθομαι όσο γινόταν μακριά τους.

ioeiifi-iieioe-iii-iiiii-150x150Παρατηρώντας τους, έφτιαχνα με τον νου μου μια ολόκληρη πινακοθήκη από τύπους περίεργους. Κι έφτανα στο σημείο, αν κάποιος έκανε μεγάλο διάστημα να παρουσιαστεί, να μου λείπει, και όσο αργούσε να έρθει τον αναζητούσα στην μνήμη μου και προσπαθούσα να ανακαλέσω την μορφή του. Παρόλο που οι άνθρωποι αυτοί -όσο αλλόκοτοι κι αν ήταν, ό,τι ασθένειες κι αν κουβαλούσαν- δεν σχετίζονται άμεσα με την τραγική ιστορία του γιατρού, ούτε με την ακόμη τραγικότερη κατάληξη του θανάτου του, πιστεύω πως έχει μια σημασία να τους αναφέρω εδώ, μιας και αφορούν στην επαγγελματική καθημερινότητα του μακαρίτη καθηγητή και ίσως -εγώ τουλάχιστον είμαι σίγουρος για αυτό- να επηρέαζαν με διάφορους τρόπους την ψυχοσύνθεσή του. Αλλά ακόμη κι έτσι να μην είναι, μπαίνω στον πειρασμό να καταγράψω την περίπτωσή τους για δική μου ευχαρίστηση. Πόσος χρόνος ακόμη μου απομένει; Ποιός μπορεί να με διαβεβαιώσει πως δεν είναι αυτά τα τελευταία λόγια που αφήνω πίσω μου προτού με βρει το αναπόφευκτο τέλος; Όπως και να 'χει, αυτή είναι η τελική μου αναφορά, ας την ευχαριστηθώ τουλάχιστον...

Ήταν κάποιος που έφερε πάντα μαζί του έναν μεγάλο χαρτοφύλακα. Κουστουμαρισμένος, με γαλάζια ή πορτοκαλιά γραβάτα και παπούτσια καλογυαλισμένα, είχε τον αέρα στελέχους πολυεθνικής. Μόλις καθόταν στον καναπέ, άνοιγε το χαρτοφύλακά του και ανέσυρε, ανάμεσα από άλλα χαρτιά, ένα περιοδικό με εξωτικό εξώφυλλο και περιεχόμενο προφανώς ταξιδιωτικού χαρακτήρα. Στην συνέχεια, άφηνε το χαρτοφύλακα στην άκρη της θέσης που καθόταν και για την υπόλοιπη ώρα της αναμονής του βυθιζόταν στην ανάγνωση. Τον κοιτούσα κι εγώ σιωπηλός -προσέχοντας μόνο να μην καρφώνομαι κάθε φορά που σήκωνε το βλέμμα- και προσπαθούσα να καταλάβω τι σόι άνθρωπος είναι. Φαινόταν μορφωμένος, έξυπνος, άνθρωπος με αυτοπεποίθηση, αλλά τότε τί γύρευε εδώ; Προφανώς συνήθιζε να ταξιδεύει, μάλλον στο εξωτερικό, και μερικές φορές που ερχόταν φουριόζος, ο γιατρός, παρακάμπτοντας τη σειρά των ασθενών, ζητούσε από όλους συγνώμη -ακόμη κι από εμένα- και τον καλούσε πρώτο να περάσει στο γραφείο του. Αυτή η ευνοϊκή μεταχείριση ξεσήκωνε ένα σιγανό μουρμουρητό, αλλά ο περιποιημένος άντρας σηκωνόταν αποφασιστικά και μας προσπερνούσε χωρίς να κοιτάξει γύρω του. Εκείνες τις στιγμές αναρωτιόμουν αν ήταν υπερόπτης ή βαθιά βυθισμένος σε σκέψεις δικές του.

327308_73-150x150Κάποιος άλλος έμοιαζε με μεγαλόσωμο παιδί. Το κεφάλι του ήταν δυσανάλογα μεγάλο σε σχέση με το σώμα, τα μάτια του πεταχτά προς τα έξω, η μύτη πλακουτσωτή και το κάτω χείλος προτεταμένο και σαλιωμένο, έτσι που σου έδινε την εντύπωση πως ανέπνεε μονίμως από το στόμα. Τα μαλλιά του, όποτε ήταν ξεσκούφωτος, φαίνονταν πυκνά από πίσω και προς τα μπρος ν' αραιώνουν, με μερικές τούφες να πετάγονται εδώ κι εκεί. Κατά τ' άλλα, όμως, η συμπεριφορά του ήταν αυτή ενός φυσιολογικού ανθρώπου και αν τον κοιτούσες με προσοχή στο πρόσωπο θα καταλάβαινες αμέσως την ηλικία του, είχε πατήσει πια τα τριάντα. Μερικές φορές ερχόταν αγκαλιά με το όργανο που του εξασφάλιζε τον βιοπορισμό του: έπαιζε βιολί σ' ένα νυχτερινό κέντρο. Αν κάποιος τον κοιτούσε, έπαιρνε αμέσως θάρρος και τον πλησίαζε. «Θέλετε να σας παίξω κάτι, αγαπητέ κύριε;» ρωτούσε με εκείνο το αφελές ύφος του, κι ο άλλος δεν μπορούσε ν' αρνηθεί. Του ζητούσε τότε να παίξει κάποιο γνωστό λαϊκό άσμα ή τον ύμνο μιας ποδοσφαιρικής ομάδας κι ο γιγαντόσωμος μπέμπης ξεκινούσε. Άλλες φορές πάλι έπαιρνε μόνος του την πρωτοβουλία, κι εκεί που στεκόταν σιωπηλός σήκωνε τα χέρια, κρατούσε γερά το κοντάρι και αρχινούσε να γρατζουνά το βιολί του. Μέσα στην ησυχία της σάλας, που την διαπερνούσε μοναχά το χλιαρό φως του πρωινού ή το πιο δυνατό τ' απομεσήμερου, ακουγόταν η γλυκιά μουσική του οργάνου, μια απαλή υπόκρουση στις χαμένες σκέψεις μας, στους μακρινούς λογισμούς μας, και κανείς δεν τολμούσε να διαμαρτυρηθεί.

Λόγω της συμπαθητικής του εμφάνισης και της πνευματώδους ακτινοβολίας του ευγενικού του οργάνου, είχαμε αναπτύξει μια μεγαλύτερη οικειότητα. Του χαμογελούσα πάντοτε όποτε έπαιζε και μου χαμογελούσε κι αυτός με τη σειρά του και μου ανταπόδιδε το βλέμμα. Έμοιαζε τότε με τους νάνους των παραμυθιών, εκείνους που ζουν μες το δάσος και είναι προικισμένοι με μαγικές ιδιότητες. Μόλις τελείωνε το βιολί του, έβγαζε μια βαθιά ανάσα και με πλησίαζε. «Πώς είσαι σήμερα, Χαρίλαε;» με ρωτούσε συχνά και ξεκινούσε την κουβέντα.... Σκέφτομαι τώρα πως έτσι όπως ήρθαν τα πράγματα και δεδομένης της απουσίας του καθηγητή, είναι το μοναδικό άτομο που στεναχωριέμαι γιατί δεν θα ξανανταμώσω πια. Κι αναρωτιέμαι τι θα σκέφτεται άραγε για μένα με όλες αυτές τις φήμες που κυκλοφορούν, αλλά με παρηγορεί κάπως η σκέψη πως ελάχιστα θα πιστεύει σε όλα αυτά. Κι από την άλλη, σκέφτομαι πως είναι το μόνο άτομο που μπορεί να σας δώσει μια ασφαλή περιγραφή για μένα. Βρείτε τον, αν θέλετε, και ρωτήστε τον...

1zbq55cΗ συντροφιά μας δεν αποτελούνταν μόνο από φιλήσυχους και εκλεπτυσμένους. Έπειτα ερχόταν ένας τύπος άγριος, που απέφευγα να κάθομαι κοντά του, αλλά κι εκείνος ελάχιστα καθόταν, προτιμούσε να γυροφέρνει από τον ένα τοίχο στον άλλον, κοιτάζοντας ύποπτα γύρω και παραμιλώντας. Πάντα φορούσε το ίδιο φαρδύ παντελόνι, ξεχειλωμένο στα γόνατα και λερωμένο στα μπατζάκια, και το ίδιο τριμμένο πανωφόρι. Το ότι μιλούσε μόνος του ήταν το κύριο χαρακτηριστικό του, αλλά είτε επειδή όσα έλεγε μπουρδουκλωμένα και λειψά τα έλεγε, είτε επειδή στην πραγματικότητα σιγομουρμούριζε ακαταπαύστως, σχεδόν τίποτα δεν μπορούσα να καταλάβω. Ο γιατρός, όταν άνοιγε την πόρτα του, αντί να φωνάξει το όνομά του, όπως έκανε σε όλους τους άλλους, ερχόταν ο ίδιος έξω και, πιάνοντας τον από τους ώμους, ήρεμα τον καλούσε να περάσει. Ο φουκαράς τα είχε προφανώς χαμένα και οι στιγμές της διαύγειάς του, οπότε και καθόταν στον καναπέ, ήταν ελάχιστες. Αυτός θα μπορούσε να είναι ο πιο δυστυχής απ' όσους συνάντησα στο γραφείο του γιατρού αν δεν είχα γνωρίσει τον μεσόκοπο επιχειρηματία...

Έχοντας ξεκινήσει πάμπτωχος, ήταν η τυπική περίπτωση ανθρώπου αυτοδημιούργητου, που είχε καταφέρει να φτιάξει μια τεράστια επιχείρηση και τα τελευταία χρόνια είχε πετύχει να την οργανώσει με τέτοιο τρόπο ώστε να μην χρειάζεται πια να εργάζεται. Μέχρι τότε ζούσε αποκλειστικά για την δουλειά του, συγκεντρώνοντας σε αυτήν όλη του την ενεργητικότητα, χαρακτηριζόμενος από εκείνη την απίστευτη ένταση και μονόπλευρη επιμονή των επιτυχημένων επιχειρηματιών του είδους του. Εν ολίγοις, σύμφωνα με τις δικές του δηλώσεις, ζούσε για να εργάζεται και για να βγάζει λεφτά.

3-150x150Τελικά, αφού θεώρησε ότι μια χαρά τα είχε καταφέρει στο κυνήγι του χρήματος, αγόρασε ένα πανέμορφο σπιτικό, που καταλάμβανε έκταση μιας ολόκληρης πλαγιάς, και σκόπευε εκεί να περάσει το υπόλοιπο του βίου του απολαμβάνοντας τα αγαθά του. Οι απολαύσεις του περιλάμβαναν, μεταξύ άλλων, πολυτελή αυτοκίνητα, γαλαζοαίματα άλογα, παιχνίδια γκολφ και τένις με ευχάριστους τύπους του κύκλου του και πάρτι που προορίζονταν να αφήσουν εποχή με την γκλαμουριά και την γενναιοδωρία τους. Κι όμως, φάνηκε τελικά ο δυστυχής πως υπολόγιζε χωρίς τον νοικοκύρη. Γιατί, απ' όσα μου διηγήθηκε έπειτα ο ίδιος, μερικές εβδομάδες αφότου ξεκίνησε την καινούρια του ζωή, μια ζωή ξεκούρασης και καλοπέρασης, άρχισε ξαφνικά να υποφέρει από κάποιες παράξενες ενοχλήσεις στο σώμα και στην διάθεσή του, με αποτέλεσμα, μέσα σε λίγο καιρό, να καταντήσει να μην τον ενδιαφέρει πλέον τίποτα, καθώς βυθιζόταν ολοένα και περισσότερο σε μία κατάσταση ακραίου υποχονδριασμού και μελαγχολίας. Ενώ πριν, που εργαζόταν πυρετωδώς στις επιχειρήσεις του, ήταν άφθονες οι σωματικές του δυνάμεις και ασυνήθιστη η ενέργειά του, τώρα που είχε έρθει η εποχή της διασκέδασης, ο ίδιος κατέρρεε και έμοιαζε περισσότερο με ένα δύστροφο παιδί. Έτσι, αφού είχε διεισδύσει για τα καλά στον φαύλο κύκλο ενός δαιδαλώδους λαβυρίνθου, αποφάσισε να προσφύγει σε κάτι που ποτέ πριν δεν είχε ξαναδοκιμάσει, να ζητήσει την βοήθεια και την γνώμη ενός άλλου ανθρώπου.

Παρόλο που συχνά καθόμασταν δίπλα-δίπλα και ανταλλάσσαμε κουβέντες, καθώς φαίνεται πως του έδινα την εντύπωση προσιτού και έμπιστου ανθρώπου και, ταυτόχρονα, όχι ολότελα τρελού σε σχέση με τους άλλους, δεν μπορώ να γνωρίζω τι συμβουλές του έδινε ο γιατρός, με ποιο τρόπο προσέγγιζε την, ομολογουμένως ιδιάζουσα, περίπτωσή του. Μπορώ, όμως, να βεβαιώσω για την κλιμακούμενη βελτίωση που παρουσίαζε καθώς, όσο περνούσε ο καιρός, το άγχος και η δυστοκία του υποχωρούσαν, η αλλοπρόσαλλη ένταση που διακρινόταν στο βλέμμα και στις νευρικές του κινήσεις έσβηνε και επανερχόταν, αργά μεν αλλά σταθερά, στους ρυθμούς του παλιού εαυτού του. Στο τέλος, μου εξομολογήθηκε πως κατέβαλε προσπάθεια να επανέλθει στις επιχειρήσεις του και, χωρίς να γνωρίζει την ανάλογη επιτυχία, είχε καταφέρει τουλάχιστον να ξανά-ανακαλύψει την παλιά του ηρεμία.

Η περίπτωσή του, του επιτυχημένου επιχειρηματία που γνώρισε τον τρόμο, με έβαζε σε σκέψεις και με γέμιζε μ' ένα σωρό ανησυχίες. Πόσο πολύπλοκη ήταν λοιπόν η μοίρα του ανθρώπου; Πόσο αληθινά ελεύθεροι είμαστε να επιλέξουμε τη ζωή και τους ρυθμούς που επιθυμούμε; Και ακόμη, πόσα πράγματα βρίσκονται κρυμμένα μέσα μας, τι ανομολόγητες δυνάμεις, πόσους πολλούς εαυτούς κουβαλά ο καθένας! Αυτές ήταν οι σκέψεις που με βασάνιζαν κατά την διάρκεια της αναμονής μου έξω από το γραφείο του καθηγητή και δεν έβρισκα παρά ελάχιστες απαντήσεις και παρηγοριόμουν μόνο από την γλυκιά μελωδία που ξεδίπλωνε το βιολί του μικρομέγαλου συνδαιτυμόνα...

Όταν τελείωνε ο γιατρός με τους άλλους ασθενείς, με καλούσε τελευταίο στο γραφείο του. Η πόρτα άνοιγε, η σκάλα φωτιζόταν αχνά από το φως που έβγαινε κι έπειτα έτριζε από τα βήματα εκείνου που κατέβαινε τρεκλίζοντας. Χαιρετιόμασταν με μία κίνηση του κεφαλιού, έμπαινα μέσα και καθόμουν στην συνηθισμένη μου θέση, ενώ ο γιατρός έκλεινε πίσω μου την πόρτα.

2wc1fkp

 

© Δημήτρης Αργασταράς

(απόσπασμα από ημιτελές μυθιστόρημα του συγγραφέα)

 

Show Other Articles Of This Author

Χαρούμενα Ηλιούγεννα!

Happy Yule!