| Στο φθινόπωρο των ματιών |
| Written by Γεωργία Τσιλιάνη | |||
Μόλις χάραζε, όταν είδα το φεγγάρι να δύει μέσα στο φθινόπωρο των ματιών που είχα απέναντί μου. Μέσα στο βαθύ χρώμα του μελιού έσκυψα με πρόθεση να πιω τον βαρύ γλυκό που μου προσέφεραν, χωρίς ούτε καν μια πρώτη σκέψη... Κι ύστερα, έσπευσα να δροσίσω τα χείλη μου με το νερό που ανάβλυζε καθάριο από τ' απότομο της καρδιάς.Τι θέλω εγώ εδώ; Μέσα σ' ένα τοπίο τέτοιο, πορφύρας και πάθους;
Διψάς για την κόλαση του έρωτα εδώ...όχι, όχι...διψάς για το θάνατο και την ανάσταση μαζί...στριμωγμένα σε δυο στιγμές μονάχα.
Κι ύστερα μου χαστούκισες το φθινόπωρο με δύναμη στο στόμα, σα να' θελες να το σφραγίσεις...μονάχα μ' ένα χτύπο της καρδιάς σου.
Κι ύστερα μου κάρφωσες τα βέλη όλων των πόνων σου μαζί, σε κάθε πρόθεσή μου για έρωτα...στ' αλήθεια...
Αλίμονο, μου έσκισες το πουκάμισο που κάλυπτα τις αλήθειες μου -ή και τα ψέματά μου- κι άφησες γυμνή την ύπαρξή μου να γεύεται στον αέρα την επιβεβαίωση πως ναι, ήσουν εδώ! Σίγουρα, ήσουν εδώ!...Δεν ήσουν;
Εγώ σε είδα...είμαι σίγουρη πως σε είδα...
Τα μάτια μου σε είδαν... Τα χείλη μου έχουν ακόμη τη γεύση σου...
Το είναι μου, μού επιβεβαιώνει πως ήσουν χθες εδώ...
Δε γίνεται να κάνω τόσο λάθος!
...Ποιος είσαι συ;Δεν αναγνωρίζω στην όψη σου αυτό που προσδοκούσα.
Πού πήγε το φθινόπωρο; Εγώ μπροστά μου έχω μονάχα δυο καστανά μάτια. Απλά, δυο μάτια χρώματος καστανού.
Πού είναι τα βέλη σου; Είμαι σίγουρη πως πίσω απ' τη πλάτη ακόμα τα έχεις. Γύρνα αμέσως!
Τι; Πού τα' χεις κρύψει;
...
Όχι! Eσύ ψεύδεσαι!
...
Όχι φίλε μου, μ' αυτά με κάρφωσες θυμάσαι;
...
Όχι! Δεν το φαντάστηκα.
...
Είπα όχι! Δεν είδα αυτό που ήθελα να δω!
...
Όχι και πάλι όχι! Θα σου το αποδείξω λοιπόν...
Άνοιξε το στήθος σου. Εκεί! Στο απότομο της καρδιάς σου ακόμη θ' αναβλύζει το νερό που με δρόσισε. Εμπρός λοιπόν! Είμαι σίγουρη σου λέω...
...
...Μια στιγμή, μα που πήγε η πηγή...
Αυτό δεν είναι παρά μονάχα μια καρδιά.. Τίποτε παράξενο, στ' αλήθεια...Τίποτε τ' απότομο...που ν' αναυλίζει...
Κι όμως, θα ορκιζόμουν πως εσύ ήσουν χθες εκείνος......ο έρωτας της ζωής μου...
...Μα τι κάθομαι και σου μιλάω...είναι δυνατόν;
Θα τρελάθηκα μου φαίνεται, για να κάθομαι να μιλάω στον «όχι έρωτα της ζωής μου».
Χάνω τον καιρό μου...
...
...Εμένα θα με συγχωρέσεις...πρέπει να φύγω...
...πάω να κατασκευάσω τον επόμενο «αληθινό μου έρωτα»...
© Τσιλιάνη Γεωργία,
από τη συλλογή "Όταν βαριέμαι κάνω όνειρα"
|








Μόλις χάραζε, όταν είδα το φεγγάρι να δύει μέσα στο φθινόπωρο των ματιών που είχα απέναντί μου. Μέσα στο βαθύ χρώμα του μελιού έσκυψα με πρόθεση να πιω τον βαρύ γλυκό που μου προσέφεραν, χωρίς ούτε καν μια πρώτη σκέψη... Κι ύστερα, έσπευσα να δροσίσω τα χείλη μου με το νερό που ανάβλυζε καθάριο από τ' απότομο της καρδιάς.
Αλίμονο, μου έσκισες το πουκάμισο που κάλυπτα τις αλήθειες μου -ή και τα ψέματά μου- κι άφησες γυμνή την ύπαρξή μου να γεύεται στον αέρα την επιβεβαίωση πως ναι, ήσουν εδώ! Σίγουρα, ήσουν εδώ!
...Ποιος είσαι συ;
Κι όμως, θα ορκιζόμουν πως εσύ ήσουν χθες εκείνος...